Archive for the ‘Επέτειοι’ category

400 χρόνια μετά τον Γαλιλαίο

Δεκέμβριος 4, 2009


Διαβάσω και μεταφέρω εδώ το εισαγωγικό σημείωμα του Καθηγητού Ηλία Κούβελα στο εισαγωγικό σημείωμα του αφιερώματος «Αναζητώντας το Σύμπαν» στο «Βήμα των Ιδεών»
Διανύουμε τον τελευταίο μήνα του 2009. Μιας χρονιάς όπου, όπως έγινε ευρύτατα γνωστό από ποικίλες εκδηλώσεις, γιορτάζουμε τα 150 χρόνια από τη δημοσίευση του βιβλίου του Δαρβίνου «Η καταγωγή των ειδών». Πρόκειται για το βιβλίο που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τη θέση του ανθρώπου μέσα στον φυσικό κόσμο (για όσους ασφαλώς εμπιστεύονται την επιστήμη και όχι τις δοξασίες που προέρχονται από το βασίλειο των θεών και των δεισιδαιμονιών).
Τούτη τη χρονιά επίσης, στο πλαίσιο του έτους της Αστρονομίας, γιορτάζουμε τα 400 χρόνια από την «ιδρυτική πράξη της σύγχρονης επιστήμης: όταν ο Γαλιλαίος, το έτος 1609, έστρεψε το μικροσκόπιό του στον ουρανό» (βλ. το άρθρο του Στέφανου Τραχανά).
Οι ανακαλύψεις του Γαλιλαίου άλλαξαν ριζικά και αμετάκλητα όσα πιστεύαμε για τη θέση του ανθρώπου στο Σύμπαν.
Ξεκινήσαμε τη χρονιά με ένα αφιέρωμα στον Δαρβίνο. Την κλείνουμε με ένα αφιέρωμα στον Γαλιλαίο, στους δρόμους που αυτός άνοιξε και που οδήγησαν στη σύγχρονη Κοσμολογία. Κορυφαίοι έλληνες επιστήμονες από αυτόν τον επιστημονικό χώρο παρουσιάζουν όχι μόνο τα όντως συγκλονιστικά ευρήματα της σύγχρονης Κοσμολογίας αλλά και τη συμμετοχή του ελληνικού επιστημονικού χώρου σε τούτη τη γοητευτική επιστημονική σάγκα.
Ο Υπογράφων θεωρεί το Γαλιλαίο την μεγαλύτερη επιστημονική μορφή της αναγέννησης και θεωρεί υποχρέωση του να παραθέσει λίγα βιογραφικά.
Ο Γαλιλαίος (Galileo Galilei) γεννήθηκε το 1564, στην Πίζα και ήταν το πρώτο παιδί από τα επτά της οικογένειάς του. Ο πατέρας του ήταν μουσικός και η μητέρα του πολύ μορφωμένη για την εποχή της. Το 1574, ο Γαλιλαίος εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Φλωρεντία και έμαθε τα πρώτα του γράμματα σε ένα κοντινό μοναστήρι. Στα τέλη του 1581, ο πατέρας του τον έστειλε στο Πανεπιστήμιο της Πίζας για να σπουδάσει ιατρική. Στο πανεπιστήμιο συναναστράφηκε με προσωπικότητες που είχαν ασχοληθεί συστηματικά με τα μαθηματικά και ήρθε σε επαφή με τα έργα του Ευκλείδη και του Αρχιμήδη. Το ενδιαφέρον του όμως στράφηκε προς τα μαθηματικά και, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα του, εγκατέλειψε τις σπουδές του στην ιατρική, το 1585 και άρχισε να διδάσκει μαθηματικά ιδιωτικά στη Φλωρεντία και στη Σιένα.
Το φθινόπωρο του 1589, ο Γαλιλαίος άρχισε να διδάσκει μαθηματικά και αστρονομία στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, ύστερα από εισήγηση του μαθηματικού και μηχανικού Guidobaldo del Monte. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Γαλιλαίος απέκτησε φήμη, αφενός γιατί ήταν αξιόλογος μαθηματικός και αφετέρου γιατί μπορούσε να εκφράζει την αντίθεσή του στην αριστοτελική διδασκαλία που κυριαρχούσε ως κατεστημένο στα πανεπιστήμια της εποχής. Το γεγονός αυτό δημιούργησε τόσο συμμαχίες όσο και εχθρότητες στο πρόσωπό του. Ήταν η εποχή που ο Γαλιλαίος προσπάθησε να εκμεταλλευθεί τη φήμη του και με τη βοήθεια ευγενών (πατρώνων), το 1592, κατέλαβε την έδρα των μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας, θέση αξιόλογη και σημαντική για να μπορέσει να εκφράσει πιο ανοιχτά την αντίθεση του στους αριστοτελικούς καθηγητές.
Το 1604, ο Γαλιλαίος διατύπωσε το νόμο της ελεύθερης πτώσης των σωμάτων. Μετά από επίμονες προσπάθειες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι αποστάσεις που διασχίζει ένα σώμα κατά τη φυσική του κίνηση είναι ανάλογες προς τα τετράγωνα των χρόνων. Με την διατύπωση του νόμου της ελεύθερης πτώσης, κατάφερε το κυριότερο πλήγμα στην αριστοτελική φυσική, η οποία υποστήριζε ότι, κατά την ελεύθερη πτώση, η απόσταση είναι ανάλογη προς το χρόνο. Εν τω μεταξύ, η αντιπαλότητά του με τους αριστοτελικούς καθηγητές εντεινόταν όλο και περισσότερο.
Ο Γαλιλαίος έμεινε στην έδρα του Πανεπιστημίου της Πάδουας μέχρι το 1610. Στο διάστημα αυτό συνέχισε τις μελέτες του πάνω στο ζήτημα της κίνησης και γενικότερα σε προβλήματα μηχανικής, ενώ την ίδια περίοδο με τις ευρεσιτεχνίες του στο τηλεσκόπιο, άρχισαν να τον απασχολούν και ζητήματα αστρονομίας (οι παλίρροιες, οι κινήσεις και οι ταχύτητες των πλανητών). Τον Οκτώβριο του 1610 ο Γαλιλαίος ανέλαβε τα καθήκοντα του μαθηματικού του Μέγα Δούκα της Τοσκάνης, τίτλο που διατήρησε ως το τέλος της ζωής του, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο την υποστήριξη ενός σπουδαίου πολιτικού φορέα της εποχής. Έτσι, παραιτήθηκε από τα καθήκοντά του στην Πάδουα και μετακόμισε στη Φλωρεντία. Το 1610 δημοσίευσε το έργο του Sidereus Nuncius (Αγγελιαφόρος των Άστρων), στο οποίο παρουσίασε και τα αποτελέσματα των παρατηρήσεων του που για πρώτη φορά στην ιστορία γίνονται με τηλεσκόπιο.
Το 1611 ανακηρύχθηκε στη Ρώμη μέλος της Ακαδημίας των Λυγκέων (Accademia dei Lincei). Μετά την έκδοση του Αγγελιοφόρου των Άστρων, οι απόψεις του Γαλιλαίου έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλείς και σε κύκλους εκτός του πανεπιστημίου, ενώ η εχθρότητα των Αριστοτελικών εντάθηκε. Στη συζήτηση σχετικά με την προώθηση του ηλιοκεντρισμού εις βάρος του γεωκεντρισμού υπεισέρχεται και η Εκκλησία. Το 1616, η Ιερά Εξέταση, εκτελεστικό και δικαστικό όργανο στης Καθολικής Εκκλησίας, συγκρότησε μια επιτροπή για να αποφανθεί σχετικά με τις προτάσεις του Γαλιλαίου που υπήρχαν στο βιβλίο του και αφορούσαν στην άμεση υποστήριξη του κοπερνίκειου συστήματος.
Οι ρωμαιοκαθολικές εκκλησιαστικές αρχές, λόγω της έξαρσης της διαμάχης καθολικισμού και προτεσταντισμού και από φόβο μήπως τα επιχειρήματα υπέρ του Κοπέρνικου, που διατυπώθηκαν από τον Γαλιλαίο, οδηγήσουν σε σκάνδαλο και χρησιμοποιηθούν υπονομευτικά από τους Μεταρρυθμιστές, βασίστηκαν στην ορατή αναντιστοιχία μεταξύ της κοπερνίκειας θεωρίας και της Βίβλου. Κατήγγειλαν τον Γαλιλαίο και τον προέτρεψαν να συμμορφωθεί με τις απόψεις της Εκκλησίας και να σταματήσει να συζητά δημόσια και να διδάσκει την κοπερνίκεια υπόθεση.
Ο Γαλιλαίος αξιοποιώντας τη δεινή διπλωματική του ικανότητα και τις φιλικές σχέσεις του με καρδιναλίους, απέφυγε την τελευταία στιγμή την καταδίκη και αποσύρθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Φλωρεντία. Μέχρι το 1632, πεπεισμένος για την ορθότητα του ηλιοκεντρισμού, συνέχισε τις παρατηρήσεις του, στις οποίες προστέθηκαν οι παρατηρήσεις κομητών (1619), το ζήτημα των παλιρροιών και με ορισμένα προβλήματα μηχανικής. Το 1624 επέδειξε τη σύνθεση ενός μικροσκοπίου, ενώ την ίδια περίοδο προσπάθησε να προωθήσει μία νέα αντίληψη για τη μελέτη του φυσικού κόσμου που θα στηριζόταν σε μαθηματικές αρχές, αποδεσμευμένη από τη φιλοσοφία και τη θεολογία. Το 1632, εκδίδεται το έργο του Dialogo sopra i Due Massimi Sistemi del Mondo (Διάλογος περί των Δύο Κύριων Συστημάτων του Κόσμου). Το έργο αποτέλεσε βαρύ πλήγμα για τον αριστοτελισμό, αλλά και τα διδάγματα της Βίβλου και δημιούργησε ένα ισχυρό μέτωπο ενάντια στον Γαλιλαίο. Το 1632, η Ιερά Εξέταση απαγόρευσε την κυκλοφορία του βιβλίου και ο συγγραφέας της παραπέμφθηκε σε δίκη, η οποία έγινε το 1633.
Η δίκη του Γαλιλαίου είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα στην ιστορία της επιστήμης και σχετίζεται άμεσα με τα γεγονότα του 1616. Οι διαδικασίες διήρκεσαν πάνω από τρεις μήνες και ο Γαλιλαίος καταδικάστηκε τελικά (με ψήφους 7 προς 3) ως αιρετικός. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης, η οποία όμως μετατράπηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό για το υπόλοιπο της ζωής του. Το 1638 εξέδωσε το Discorsi intorno à Due Nuove Scienze (Πραγματείες περί Δύο Νέων Επιστημών), βιβλίο που έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη μηχανική. Το χειρόγραφο πέρασε λαθραία από την Ιταλία και το βιβλίο του εκδόθηκε στην Ολλανδία. Το βράδυ της 8ης Ιανουαρίου 1642, ο Γαλιλαίος πέθανε στο Arcetri της Ιταλίας, σε ηλικία 78 ετών. Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία εμπόδισε τη δημόσια κηδεία και τις τιμές που είχαν προγραμματιστεί στη Φλωρεντία. Τα βιβλία του αφαιρέθηκαν από τον Κατάλογο των Απαγορευμένων Βιβλίων (Index Librorum Prohibitorum) το 1835 και το 1992, διά στόματος του πάπα Ιωάννη-Παύλου Β΄, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία μίλησε για τη στάση της απέναντι στο Γαλιλαίο, λέγοντας ότι δεν ήταν σωστό να ζητάει αποδείξεις για τις απόψεις του, αφού αυτό μάλλον εμποδίζει την εξέλιξη των επιστημών. Υπήρξε πηγή γνώσης και έμπνευσης για πολλούς Ακόμη διατηρώ στην μνήμη μια παράσταση του Γαλιλαίου του Μπρέχτ με τον αξέχαστο Στέλιο Βόκοβιτς στον επώνυμο ρόλο

Advertisements

Ιουλιανά 1965 με το μάτι των γελοιογράφων

Ιουλίου 15, 2009

Έχουν περάσει 44 χρόνια από το βασιλικό πραξικόπημα του 1965.Ο νεαρός τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος απέπεμψε τον νόμιμο εκλεγμένο πρωθυπουργό και μάλιστα με το πρωτοφανές ποσοστό του 53%. Ενώ του αναγνώριζε το δικαίωμα να προΐσταται της Κυβερνήσεως, τον θεωρούσε ακατάλληλο για το υπουργείο άμυνας( φέουδο του). Η διαφωνία βασιλιά και πρωθυπουργού οδήγησε στην δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Απετέλεσε δε πηγή εμπνεύσεως των γελοιογράφων της εποχής. Δείγματα της δουλειάς τους παρατίθεται εδώ















Σαν σήμερα

Ιουλίου 10, 2009

Marcel Proust
1913 – Μέχρι το 2003 την υψηλότερη καταγεγραμμένη θερμοκρασία στις ΗΠΑ, είχε σημειωθεί εκείνη την ημέρα στο Ντεθ Βάλεϊ (κάτι λιγότερο από 57 βαθμούς Κελσίου).

Ο θρησκευτικός ηγέτης Ιωάννης Καλβίνος, το 1509 γεννήθηκε στη Βόρεια Γαλλία.

Γεννήθηκε ο συγγραφέας Μαρσέλ Προυστ (Marcel Proust) στο Παρίσι το 1871

Liquid days: 15 χρόνια χωρίς…

Ιουνίου 18, 2009

Liquid days: 15 χρόνια χωρίς…

Ματρώζος

Μαρτίου 26, 2009

Κ.Κανάρης

Θυμάμαι από τα μαθητικά μου χρόνια το ποίημα του Γεωργίου Στρατήγη «Ματρώζος». Δεν είχε ιδιαίτερες ποιητικές αρετές αλλά ήταν ύμνος στην αρετή με την αρχαιοελληνική έννοια

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο-καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν, ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν, στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ‘χε ναύτες του, με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά·
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω»,
στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,
«Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα»…

«Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή τού έσωσα μια μέρα
απ’ έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που ‘χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη».

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

«Εδώ τι θέλεις, γέροντα;» ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. «Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής;». «Ποιος Κωνσταντής;». «Αυτός… ο Ψαριανός».
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!».

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού :
«Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!»

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

«Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει,
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!….
Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει,
«τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…».
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

«Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;»,
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;»

«Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια…
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρώνω από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και «όρτσα! μάινα τα πανιά!» φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: «Τι κάνεις καπετάνο;»
Κι εγώ τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…».

Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε -θυμάσαι; Σου φωνάζω,
«Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς», μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω,
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.

Αντί αφιερώματος στην 25η Μαρτίου , η ομιλια του Θ. Κολοκοτρώνη στους νέους

Μαρτίου 26, 2009


Παιδιά μου!

Εἰς τὸν τόπο τοῦτο, ὁποὺ ἐγὼ πατῶ σήμερα, ἐπατοῦσαν καὶ ἐδημηγοροῦσαν τὸν παλαιὸ καιρὸ ἄνδρες σοφοί, καὶ ἄνδρες μὲ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ συγκριθῶ καὶ οὔτε νὰ φθάσω τὰ ἴχνη των. Ἐγὼ ἐπιθυμοῦσα νὰ σᾶς ἰδῶ, παιδιά μου, εἰς τὴν μεγάλη δόξα τῶν προπατόρων μας, καὶ ἔρχομαι νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅσα εἰς τὸν καιρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ πρὸ αὐτοῦ καὶ ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸν ὁ ἴδιος ἐπαρατήρησα, καὶ ἀπ᾿ αὐτὰ νὰ κάμωμε συμπερασμοὺς καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν εὐτυχίαν σας, μολονότι ὁ Θεὸς μόνος ἠξεύρει τὰ μέλλοντα. Καὶ διὰ τοὺς παλαιοὺς Ἕλληνας, ὁποίας γνώσεις εἶχαν καὶ ποία δόξα καὶ τιμὴν ἔχαιραν κοντὰ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη τοῦ καιροῦ των, ὁποίους ἥρωας, στρατηγούς, πολιτικοὺς εἶχαν, διὰ ταῦτα σας λέγουν καθ᾿ ἡμέραν οἱ διδάσκαλοί σας καὶ οἱ πεπαιδευμένοι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀρκετός. Σᾶς λέγω μόνον πὼς ἦταν σοφοί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ ἐπῆραν καὶ ἐδανείσθησαν τὰ ἄλλα ἔθνη τὴν σοφίαν των.

Εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον κατοικοῦμε, ἐκατοικοῦσαν οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους καὶ ἠμεῖς καταγόμεθα καὶ ἐλάβαμε τὸ ὄνομα τοῦτο. Αὐτοὶ διέφεραν ἀπὸ ἠμᾶς εἰς τὴν θρησκείαν, διότι ἐπροσκυνοῦσαν τὲς πέτρες καὶ τὰ ξύλα. Ἀφοῦ ὕστερα ἦλθε στὸν κόσμο ὁ Χριστός, οἱ λαοὶ ὅλοι ἐπίστευσαν εἰς τὸ Εὐαγγέλιό του, καὶ ἔπαυσαν νὰ λατρεύουν τὰ εἴδωλα. Δὲν ἐπῆρε μαζί του οὔτε σοφοὺς οὔτε προκομμένους, ἀλλ᾿ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, χωρικοὺς καὶ ψαράδες, καὶ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔμαθαν ὅλες τὲς γλῶσσες τοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι, μολονότι ὅπου καὶ ἂν ἔβρισκαν ἐναντιότητες καὶ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ τύραννοι τοὺς κατέτρεχαν, δὲν ἠμπόρεσε κανένας νὰ τοὺς κάμῃ τίποτα. Αὐτοὶ ἐστερέωσαν τὴν πίστιν.

Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες, οἱ πρόγονοί μας, ἔπεσαν εἰς τὴν διχόνοια καὶ ἐτρώγονταν μεταξύ τους, καὶ ἔτσι ἔλαβαν καιρὸ πρῶτα οἱ Ρωμαῖοι, ἔπειτα ἄλλοι βάρβαροι καὶ τοὺς ὑπόταξαν. Ὕστερα ἦλθαν οἱ Μουσουλμάνοι καὶ ἔκαμαν ὅ,τι ἠμποροῦσαν, διὰ νὰ ἀλλάξη ὁ λαὸς τὴν πίστιν του. Ἔκοψαν γλῶσσες εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ᾿ ἐστάθη ἀδύνατο νὰ τὸ κατορθώσουν. Τὸν ἕνα ἔκοπταν, ὁ ἄλλος τὸ σταυρό του ἔκαμε.

Σὰν εἶδε τοῦτο ὁ σουλτάνος, διόρισε ἕνα βιτσερὲ, ἕναν πατριάρχη, καὶ τοῦ ἔδωσε τὴν ἐξουσία τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸς καὶ ὁ λοιπὸς κλῆρος ἔκαμαν ὅ,τι τοὺς ἔλεγε ὁ σουλτάνος. Ὕστερον ἔγιναν οἱ κοτζαμπάσηδες εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἡ τρίτη τάξη, οἱ ἔμποροι καὶ οἱ προκομμένοι, τὸ καλύτερο μέρος τῶν πολιτῶν, μὴν ὑποφέρνοντες τὸν ζυγὸ ἔφευγαν, καὶ οἱ γραμματισμένοι ἐπῆραν καὶ ἔφευγαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴν πατρίδα των, καὶ ἔτσι ὁ λαός, ὅστις στερημένος ἀπὸ τὰ μέσα τῆς προκοπῆς, ἐκατήντησεν εἰς ἀθλίαν κατάσταση, καὶ αὐτὴ αὔξαινε κάθε ἡμέρα χειρότερα· διότι, ἂν εὐρίσκετο μεταξὺ τοῦ λαοῦ κανεὶς μὲ ὀλίγην μάθηση, τὸν ἐλάμβανε ὁ κλῆρος, ὅστις ἔχαιρε προνόμια, ἢ ἐσύρετο ἀπὸ τὸν ἔμπορο τῆς Εὐρώπης ὡς βοηθός του ἢ ἐγίνετο γραμματικὸς τοῦ προεστοῦ. Καὶ μερικοὶ μὴν ὑποφέροντες τὴν τυραννίαν τοῦ Τούρκου καὶ βλέποντας τὲς δόξες καὶ τὲς ἡδονὲς ὁποὺ ἀπελάμβαναν αὐτοί, ἄφηναν τὴν πίστη τους καὶ ἐγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καὶ τοιουτοτρόπως κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς ἐλίγνευε καὶ ἐπτώχαινε.

Εἰς αὐτὴν τὴν δυστυχισμένη κατάσταση μερικοὶ ἀπὸ τοὺς φυγάδες γραμματισμένους ἐμετάφραζαν καὶ ἔστελναν εἰς τὴν Ἑλλάδα βιβλία, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ χρωστοῦμε εὐγνωμοσύνη, διότι εὐθὺς ὁποὺ κανένας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ λαὸ ἐμάνθανε τὰ κοινὰ γράμματα, ἐδιάβαζεν αὐτὰ τὰ βιβλία καὶ ἔβλεπε ποίους εἴχαμε προγόνους, τί ἔκαμεν ὁ Θεμιστοκλῆς, ὁ Ἀριστείδης καὶ ἄλλοι πολλοὶ παλαιοί μας, καὶ ἐβλέπαμε καὶ εἰς ποίαν κατάσταση εὐρισκόμεθα τότε. Ὅθεν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸ νοῦ νὰ τοὺς μιμηθοῦμε καὶ νὰ γίνουμε εὐτυχέστεροι. Καὶ ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπροόδευσεν ἡ Ἑταιρεία.

Ὅταν ἀποφασίσαμε νὰ κάμωμε τὴν Ἐπανάσταση, δὲν ἐσυλλογισθήκαμε οὔτε πόσοι εἴμεθα οὔτε πὼς δὲν ἔχομε ἅρματα οὔτε ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐβαστοῦσαν τὰ κάστρα καὶ τὰς πόλεις οὔτε κανένας φρόνιμος μᾶς εἶπε «ποὺ πᾶτε ἐδῶ νὰ πολεμήσετε μὲ σιταροκάραβα βατσέλα», ἀλλὰ ὡς μία βροχὴ ἔπεσε εἰς ὅλους μας ἡ ἐπιθυμία τῆς ἐλευθερίας μας, καὶ ὅλοι, καὶ ὁ κλῆρος μας καὶ οἱ προεστοὶ καὶ οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι καὶ οἱ ἔμποροι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλοι ἐσυμφωνήσαμε εἰς αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ ἐκάμαμε τὴν Ἐπανάσταση.

Εἰς τὸν πρῶτο χρόνο τῆς Ἐπαναστάσεως εἴχαμε μεγάλη ὁμόνοιακαὶ ὅλοι ἐτρέχαμε σύμφωνοι. Ὁ ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὸν πόλεμο, ὁ ἀδελφός του ἔφερνε ξύλα, ἡ γυναῖκα του ἐζύμωνε, τὸ παιδί του ἐκουβαλοῦσε ψωμὶ καὶ μπαρουτόβολα εἰς τὸ στρατόπεδον καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ὁμόνοια ἐβαστοῦσε ἀκόμη δυὸ χρόνους, ἠθέλαμε κυριεύσει καὶ τὴν Θεσσαλία καὶ τὴν Μακεδονία, καὶ ἴσως ἐφθάναμε καὶ ἕως τὴν Κωνσταντινούπολη.

Τόσον τρομάξαμε τοὺς Τούρκους, ὁποὺ ἄκουγαν Ἕλληνα καὶ ἔφευγαν χίλια μίλια μακρά. Ἑκατὸν Ἕλληνες ἔβαζαν πέντε χιλιάδες ἐμπρός, καὶ ἕνα καράβι μίαν ἁρμάδα…

Ἐγώ, παιδιά μου, κατὰ κακή μου τύχη, ἐξ αἰτίας τῶν περιστάσεων, ἔμεινα ἀγράμματος καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ζητῶ συγχώρηση, διότι δὲν ὁμιλῶ καθὼς οἱ δάσκαλοί σας. Σᾶς εἶπα ὅσα ὁ ἴδιος εἶδα, ἤκουσα καὶ ἐγνώρισα, διὰ νὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὰ ἀπερασμένα καὶ ἀπὸ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διχονοίας, τὴν ὁποίαν νὰ ἀποστρέφεσθε, καὶ νὰ ἔχετε ὁμόνοια. Ἐμᾶς μὴ μᾶς τηρᾶτε πλέον. Τὸ ἔργο μας καὶ ὁ καιρός μας ἐπέρασε. Καὶ αἱ ἡμέραι τῆς γενεᾶς, ἡ ὁποία σας ἄνοιξε τὸ δρόμο, θέλουν μετ᾿ ὀλίγον περάσει. Τὴν ἡμέρα τῆς ζωῆς μας θέλει διαδεχθῆ ἡ νύκτα τοῦ θανάτου μας, καθὼς τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Ἀσωμάτων θέλει διαδεχθῆ ἡ νύκτα καὶ ἡ αὐριανὴ ἡμέρα.

Εἰς ἐσᾶς μένει νὰ ἰσάσετε καὶ νὰ στολίσετε τὸν τόπο, ὁποὺ ἠμεῖς ἐλευθερώσαμε· καί, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, πρέπει νὰ ἔχετε ὡς θεμέλια της πολιτείας τὴν ὁμόνοια, τὴν θρησκεία, τὴν καλλιέργεια τοῦ θρόνου καὶ τὴν φρόνιμον ἐλευθερία.

Τελειώνω τὸ λόγο μου. Ζήτω ὁ βασιλεύς μας Ὄθων! Ζήτω οἱ σοφοὶ διδάσκαλοι! Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ Νεολαία!

Σαν σήμερα

Δεκέμβριος 27, 2008


1822 – Γέννηση του Λουί Παστέρ, Γάλλου επιστήμονα,χημικού και πατέρα της σύγχρονης μικροβιολογίας. Αν θέλετε να μάθετε περισσότερα για τον Λουί Παστέρ κάνετε κλικ εδώ και εδώ